Opinion:

Από τους «ψεκασμούς», στην AI

ΗΛΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ διαΝΕΟσις
Ηλία Νικολαΐδη της Διανέοσις_ok.jpg

Η ευχάριστη συγκυρία της 15ης επετείου από την έναρξη λειτουργίας του iefimerida αποτελεί μια καλή αφορμή για μια ψύχραιμη ματιά στο τοπίο της ψηφιακής ενημέρωσης στην Ελλάδα και στο πώς διαμορφώθηκε μέσα σε αυτή την περίοδο.

Αν υπάρχει, επομένως, κάτι που χαρακτήρισε το τοπίο της ενημέρωσης αυτά τα χρόνια είναι τα πολλά κύματα παραπληροφόρησης, που σχετίζονται τόσο με τις συνεχείς κρίσεις που ζούσαν η χώρα και ο κόσμος, όσο και με την αλματώδη διάδοση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το ευρύτερο αυτό πρόβλημα, που το βίωσαν πολλές χώρες με διάφορους τρόπους την ίδια περίοδο, φαίνεται να είναι πιο έντονο στην Ελλάδα της χαμηλής εμπιστοσύνης στα ΜΜΕ και στους θεσμούς.

Το 2018, σχεδόν 3 στους 10 Έλληνες δήλωναν ότι πιστεύουν πως τα ίχνη των αεροπλάνων είναι αέρια ψεκασμού. Πρόκειται για ένα από τα ευρήματα της διαΝΕΟσις που έκτοτε επανέρχεται και σχολιάζεται στον δημόσιο διάλογο, καθώς η θεωρία αυτή, παρότι υπήρξε αρκετά δημοφιλής, καταρρίπτεται από κάθε επίσημο φορέα. Το στοιχείο προέρχεται από το «Τι πιστεύουν οι Έλληνες», τη μεγάλη δημοσκοπική έρευνα της διαΝΕΟσις που τακτικά αποτυπώνει τις απαντήσεις ενός αντιπροσωπευτικού του ελληνικού πληθυσμού δείγματος σε δεκάδες ερωτήσεις σχετικά με αντιλήψεις, στάσεις και συμπεριφορές για πολλά θέματα: από την εμπιστοσύνη στους θεσμούς μέχρι τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και μέχρι την καθημερινότητα, π.χ. ερωτήσεις για την κατανάλωση κρέατος ή τη συχνότητα επισκέψεων σε μουσεία. Στα επτά κύματα έρευνας τα τελευταία έντεκα χρόνια, η έρευνα αποτυπώνει και άλλα αντίστοιχα ενδιαφέροντα ευρήματα. Ενδεικτικά, 8 στους 10 Έλληνες πίστευαν το 2016 ότι «μυστικές οργανώσεις από την Ελλάδα ή το εξωτερικό που δρουν στο παρασκήνιο, κινούν τα νήματα», και το 2024 περίπου 1 στους 2 πίστευε ότι η κλιματική αλλαγή «είναι εφεύρημα των πλούσιων χωρών σε βάρος των φτωχών».

Τι ακριβώς είναι όμως η παραπληροφόρηση; Οι θεωρίες συνωμοσίας, όπως επισημαίνουν στην υπό έκδοση μελέτη της διαΝΕΟσις για την παραπληροφόρηση οι D. Lilleker και Π. Κολιαστάσης (από το Πανεπιστήμιο Bournemouth και το ΕΚΠΑ, αντιστοίχως), αποτελούν ερμηνείες μιας κατάστασης ή ενός γεγονότος: τα ίχνη των αεροπλάνων είναι πραγματικά, αλλά το ότι είναι αέρια ψεκασμού από κακόβουλες δυνάμεις είναι μια ερμηνεία.

Οι συγγραφείς της έρευνας ξεχωρίζουν, επίσης, άλλες τρεις περιπτώσεις παραπληροφόρησης: την ακούσια όταν οι λάθος πληροφορίες δεν έχουν σκοπό την παραπλάνηση, τη σκόπιμη όταν οι ψευδείς πληροφορίες διαδίδονται με ιδιοτελή κίνητρα, και την κακόβουλη πληροφόρηση όπου μια πραγματική πληροφορία, συχνά αποσπασματική ή ευαίσθητη, δημοσιεύεται με βλαπτική πρόθεση. Πάνω σε αυτό το υπόστρωμα οι συγγραφείς περιγράφουν την ελληνική δημόσια σφαίρα ως έναν γόνιμο χώρο για να ευδοκιμήσουν οι θεωρίες συνωμοσίας. Μελετώντας δεκάδες ψηφιακές αναρτήσεις σχετικές με τρεις πρόσφατες θεωρίες συνωμοσίας (εμβόλια κατά της Covid, 5G και νέες ταυτότητες), περιγράφουν τον μηχανισμό με τον οποίο η παραπληροφόρηση λειτουργεί.

Η παραπληροφόρηση είναι, ασφαλώς, ένα πρόβλημα που υπάρχει σε πολλές χώρες. Οι ειδικοί συνδέουν τα κύματα ψευδών ειδήσεων των τελευταίων δεκαετιών με την αυξημένη εξάρτηση του κοινού από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάποιων από αυτές. Συγκεκριμένες λειτουργίες τις καθιστούν εύφορο έδαφος για τη διασπορά παραπληροφόρησης και επικοινωνιακή χειραγώγηση.

Ωστόσο, η ελληνική δημόσια σφαίρα μοιάζει πολύ περισσότερο ευάλωτη. Ένα από τα πιο επίμονα ευρήματα της τελευταίας δεκαετίας είναι το μεγάλο ποσοστό των Ελληνίδων και των Ελλήνων χρηστών του Διαδικτύου που αναφέρουν τα social media ως κύρια πηγή ενημέρωσής τους. Το ποσοστό αυτό έφτανε περίπου τον 1 στους 3 το 2025, σύμφωνα με τη δημοσκοπική έρευνα Digital News Report, η οποία πραγματοποιείται κάθε χρόνο σε πολλές χώρες (48 το 2025, η Ελλάδα συμμετέχει από το 2016) από το Ινστιτούτο Reuters στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και αφορά τις συνήθειες και τις απόψεις των χρηστών του Διαδικτύου σε κάθε χώρα για την κατανάλωση ειδήσεων. Καθώς η έρευνα επιτρέπει συγκρίσεις μεταξύ χωρών, οι αναλύσεις του Αντ. Καλογερόπουλου, συνεργάτη του ινστιτούτου, που δημοσιεύει η διαΝΕΟσις από το 2018, έχουν αναδείξει ότι αντίστοιχα ποσοστά συναντώνται μόνο σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου, όπως η Βραζιλία, αλλά και στις ΗΠΑ, που επίσης διανύουν μια περίοδο με ιδιαίτερα πολωμένη δημόσια σφαίρα.

Είναι, όμως, χρήσιμο κάποιος να θυμάται ότι η διασπορά παραπληροφόρησης μέσω του Διαδικτύου είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος. Στην άλλη όψη είναι η «παραδοσιακή» ενημέρωση από επαγγελματικά Μέσα, ακόμα και αν αυτά είναι ηλεκτρονικά. Τα ΜΜΕ, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, λογοδοτούν μέσα από πιο δομημένες διαδικασίες, απασχολούν επαγγελματίες που κάνουν τη δουλειά τους με συγκεκριμένους κανόνες δεοντολογίας, κανόνες οι οποίοι, ακόμα και αν δεν τηρούνται πάντοτε στον ίδιο βαθμό, υπάρχουν και έχουν φτιαχτεί (και) για να προλαμβάνουν περιπτώσεις παραπληροφόρησης. Από αυτή τη σκοπιά, είναι σίγουρα συναφές ότι τα ΜΜΕ στην Ελλάδα συγκεντρώνουν, παραδοσιακά, από τα χαμηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης, μεταξύ θεσμών που συγκεντρώνουν ούτως ή άλλως χαμηλή εμπιστοσύνη. Ενδεικτικά, στο «Τι πιστεύουν οι Έλληνες» του 2024 ο ελληνικός πληθυσμός βαθμολογούσε την εμπιστοσύνη στα ΜΜΕ, κατά μέσο όρο με 1,9 στα 5. Φυσικά, όλα τα ΜΜΕ δεν συγκεντρώνουν τον ίδιο βαθμό εμπιστοσύνης, και ακόμη μέσα σε αυτή τη δυσπιστία υπάρχουν Μέσα που συγκεντρώνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από άλλα. Το πώς τα ΜΜΕ έφτασαν σε τόσο χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης είναι μια μεγάλη συζήτηση - σίγουρα αυτό συνέβη μέσα από κάποιον συνδυασμό επιχειρηματικών λαθών, μειωμένης διάθεσης του κοινού να πληρώσει για ειδήσεις, εξαρτήσεων και πιέσεων της ψηφιοποίησης. Όμως, η μεγάλη εικόνα είναι πλέον αυτή.

Επιπλέον, η εμπιστοσύνη στην ενημέρωση δεν είναι άσχετη με το γενικότερο κλίμα δυσπιστίας προς τους θεσμούς. Οι έρευνες της διαΝΕΟσις αλλά και άλλων φορέων την τελευταία δεκαετία, δείχνουν ένα αρνητικό κλίμα για τους θεσμούς, εν πολλοίς απότοκο της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 2010 που εξελίχθηκε σε κρίση εμπιστοσύνης. Παρότι, ανάλογα και με τις συγκυρίες, παρατηρούμε σημαντικές αυξομειώσεις της εμπιστοσύνης σε συγκεκριμένους φορείς, π.χ. η ΕΕ από το 2017 στο 2025 διπλασίασε την αποδοχή της, τα ποσοστά αυτά παραμένουν σε πολλές περιπτώσεις αποκαρδιωτικά. Η γενικευμένη δυσπιστία σε κάποιον βαθμό συμπαρασύρει την εμπιστοσύνη προς τα ΜΜΕ.

Τι μας επιφυλάσσει, όμως, το μέλλον; Η επιθετική διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης δίνει νέες δυνατότητες παραπληροφόρησης, και ολοένα περισσότεροι πολίτες το αναγνωρίζουν αυτό. Αφενός, η ΑΙ εμπλέκεται όλο και περισσότερο στην κατανάλωση ειδήσεων. Στις πρόσφατες έρευνες της διαΝΕΟσις, 2 στους 3 χρήστες εφαρμογών ΑΙ δήλωναν ότι χρησιμοποιούν αυτά τα εργαλεία για «ενημέρωση και πληροφόρηση». Οι πρώτες διεθνείς έρευνες ήδη δείχνουν ότι οι Έλληνες χρήστες του Διαδικτύου υιοθετούν την ΑΙ για κατανάλωση ειδησεογραφίας σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Αφετέρου, οι ίδιοι οι πολίτες δεν φαίνεται να είναι ανυποψίαστοι για το ρίσκο που παίρνουν. Όταν τον Μάιο του 2026 τούς ρωτήσαμε για ποιο πράγμα ανησυχείτε σχετικά με τη χρήση του ΑΙ, 8 στους 10 Έλληνες απάντησαν για την παραπληροφόρηση και το ψευδές περιεχόμενο - το μεγαλύτερο ποσοστό από κάθε άλλη επιλογή. Όταν η ίδια έρευνα τους έβαλε το δίλημμα αν θα πρέπει να υπάρχει ή όχι ειδική σήμανση στις εικόνες και στα βίντεο που δημιουργήθηκαν με ΑΙ, 86% απάντησαν υπέρ της σήμανσης. Ασφαλώς, η ΑΙ δεν παρουσιάζει μόνο προκλήσεις για θέματα παραπληροφόρησης, στα οποία εστιάζει αυτό το κείμενο, αλλά μπορεί να συμβάλλει και στον περιορισμό της. Ακόμα, ήδη συμβάλλει καθοριστικά στον μετασχηματισμό τόσο των ΜΜΕ όσο και του «συγγενούς» κλάδου της οπτικοακουστικής παραγωγής. Όπως σε πολλές άλλες όψεις της ζωής, οι αλλαγές -θετικές και αρνητικές- φαίνεται ότι θα είναι μεγάλες.

Τέλος, τόσο η σημερινή εικόνα της χαμηλής εμπιστοσύνης όσο και οι προκλήσεις του μέλλοντος τονίζουν περισσότερο την ανάγκη για μια σοβαρή επένδυση στην επιμόρφωση του κοινού, παρά για οριζόντιες απαγορεύσεις πέρα από τους θεμελιώδεις κανόνες προστασίας και δεοντολογίας. Η αλήθεια έχει συχνά τα «ενοχλητικά» χαρακτηριστικά να μην είναι ούτε γνωστή, ούτε κοινώς αποδεκτή, ούτε ενιαία, ούτε ίδια για όλους, σε όλους τους χρόνους. Αλλά και η παραπληροφόρηση πολλές φορές δεν απαιτεί καν να πεις ψέματα. Η εμπιστοσύνη είναι περισσότερο από οτιδήποτε μια ψυχολογική έννοια και, ως τέτοια, δεν μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε αμιγώς ως ένα πρόβλημα μηχανικής. Οι πολίτες μέσω σχετικών πρωτοβουλιών χρειάζονται καθοδήγηση όχι για το τι είναι αληθινό ή όχι, αλλά για το πώς να κατανοούν την τεχνολογία και τα επιχειρήματα στον δημόσιο διάλογο - πώς να διακρίνουν τις βάσεις, την ισχύ και τα κενά τους. Και με αυτόν τον τρόπο να αξιολογούν καλύτερα την αξιοπιστία και τις προθέσεις των όσων βλέπουν, ακούν ή διαβάζουν.

Ηλίας Νικολαΐδης
Διευθυντής περιεχομένου της διαΝΕΟσις