Το χθες (2011) και το σήμερα (2026)
ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΣΤΗΣ ΟΜΟΤΙΜΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΕΚΠΑ
Το 2011 η Ελλάδα έμπαινε στην πιο δύσκολη, από κάθε άποψη, χρονιά της «μνημονιακής εποχής». Στις αρχές αυτού του έτους η έκθεση αξιολόγησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου διαπίστωνε υστέρηση εσόδων και υπέρβαση δαπανών σε φορείς εκτός κεντρικής διοίκησης και ζητούσε νέα μέτρα. Αυτή ήταν μόνο η αρχή.
Οι αντιδράσεις όλης της αντιπολίτευσης και των συνδικάτων ήταν οξύτατες, με αποτέλεσμα μια οικονομία στα πρόθυρα της πτώχευσης να βυθίζεται στην άβυσσο με πρωτόγνωρο κόστος που εξακολουθεί να βαραίνει τη χώρα και θα εξακολουθήσει να το κάνει για πολλά χρόνια ακόμη. Ακόμη χειρότερα, σε μία από τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που έγιναν, διαδηλωτές πυρπόλησαν το κτίριο της τράπεζας Marfin, με συνέπεια να χάσουν τη ζωή τους τρεις άνθρωποι. Επρόκειτο για εσκεμμένο έγκλημα, μια από τις πιο δυσάρεστες στιγμές της τελευταίας εικοσαετίας. Και αυτή ήταν μόνο η αρχή, καθώς το κλίμα θα οξύνεται μέρα με τη μέρα, μέσα σε ένα περιβάλλον φανατισμού και υπεραπλούστευσης.
Η ευθύνη, εν τω μεταξύ, του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αντώνη Σαμαρά ήταν εξαιρετικά μεγάλη, μιας και αυτός έδινε τον τόνο στην ένταση αλλά και στην αφελή αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος της χώρας. Έφτασε, μάλιστα, να υποστηρίζει ότι μπορούσε να εκμηδενίσει το σύνολο του δημοσίου ελλείματος μέσα έναν χρόνο!!! Οι, όπως αποδείχθηκε, εξαιρετικά επικίνδυνες αυτές απόψεις πήραν αρχικά τη μορφή του «προγράμματος Ζάππειο Ι» και λίγο αργότερα «Ζάππειο ΙΙ». Επέτρεψαν, δε, τη νομιμοποίηση και ενίσχυση όλης της απλοϊκής προβληματικής του ΣΥΡΙΖΑ περί κατάργησης του μνημονίου και, μέσω αυτού του τελευταίου, της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική πολιτική ζωή ακολουθούσε μια κατηφόρα, και στο όνομα της διεκδίκησης της εξουσίας ουδείς ενδιαφερόταν για τις συνέπειες των λόγων και των πράξεών του.
Δεκαπέντε χρόνια μετά η Ελλάδα μπορεί να έχει βγει από το καθεστώς των μνημονίων, να πανηγυρίζει για ρυθμούς ανάπτυξης που ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και για την ταχεία μείωση του δημοσίου χρέους, αλλά είναι συζητήσιμο κατά πόσον η οικονομία της πατάει σε γερές και υγιείς βάσεις. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα μπόρεσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία την υγειονομική κρίση του Covid και σχετικά ανώδυνα να έζησε την κρίση της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής (αυτή την τελευταία στον βαθμό που σήμερα είμαστε σε θέση να κρίνουμε), αλλά και πάλι δεν θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι όλα βαίνουν καλώς.
Στο πεδίο της οικονομίας η αποπαγκοσμιοποίηση που ξεκίνησε το 2008 άλλαξε τα δεδομένα του παιχνιδιού και η Ελλάδα ήταν από τα πρώτα θύματα της αλλαγής αυτής. Τα σκληρά μνημονιακά μέτρα έχουν παγιοποιήσει ένα τοπίο με αρνητική καθαρή αποταμίευση -συνέπεια των χαμηλών εισοδημάτων που έχουν διαμορφωθεί- και κατ’ επέκταση μιας χαμηλής επενδυτικής δραστηριότητας, η οποία δεν προοιωνίζεται κάτι καλό για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Με δεδομένη την αρνητική καθαρή αποταμίευση, οι ξένες επενδύσεις αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία, αν και ένα μεγάλο μέρος τους είναι μεταβιβάσεις (transactions) για αγορά ακινήτων, ξενοδοχείων κ.λπ.
Αλλά και στο θέμα των ξένων επενδύσεων τα θεσμικά κωλύματα είναι τέτοια, που δεν καθιστούν την Ελλάδα ελκυστική για τους ξένους επενδυτές: πολιτική αβεβαιότητα, απρόβλεπτα εμπόδια από τη γραφειοκρατία και το πολιτικό σύστημα, προβλήματα δικαιοσύνης κ.ά. Πέρα από αυτό, δε, η διαθεσιμότητα εξειδικευμένων δεξιοτήτων είναι τόσο μικρή, που σταδιακά μετατρέπεται σε μείζον πρόβλημα για την ανάληψη επενδυτικών εγχειρημάτων. Το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας είναι τέτοιο, που ελάχιστα ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας αδύναμης οικονομίας σε περιβάλλον όλο και εντονότερης τεχνολογικής εξέλιξης και πολλαπλών πιέσεων - άραγε, τι μπορούν να προσφέρουν, οικονομικά και κοινωνικά, δέκα τμήματα Ιστορίας, Πολιτικής Επιστήμης κ.λπ.;
Η οικονομία, λοιπόν, λόγω χαμηλού επιπέδου επενδύσεων κινείται σε πολύ χαμηλούς ρυθμούς παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας. Ενδεικτικό ότι ακόμη δεν έχουμε προσεγγίσει το προμνημονιακό επίπεδο παραγωγικότητας. Και πώς να συμβεί κάτι τέτοιο χωρίς επενδύσεις;
Τέλος, τη χώρα βαραίνει ένα υψηλότατο δημόσιο χρέος -ακόμη και αν μειώνεται, δεν παύει να είναι υψηλό-, αλλά και ένα ασφαλιστικό σύστημα που διαμορφώνει συνθήκες ενός δεύτερου δημόσιου χρέους. Και τούτο σε ένα δημογραφικό πλαίσιο εντελώς αρνητικό για τη βελτίωση των σχετικών μεγεθών.
Δεν θα πρέπει, μάλιστα, να παραγνωρίσουμε και την ύπαρξη ενός φορολογικού συστήματος εντελώς άδικου με βάση τις προδιαγραφές του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ, το οποίο, χωρίς ενδοιασμούς, ευνοεί τα υψηλά εισοδήματα και επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλά εισοδήματα. Οι μελέτες που διαθέτουμε είναι τέτοιες που δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολιών για το θέμα αυτό.
Κινδυνεύω για μία φορά ακόμη να χαρακτηριστώ απαισιόδοξος, αλλά, με βάση τα δεδομένα που παρέθεσα προηγουμένως, πώς είναι δυνατόν να είναι κάποιος αισιόδοξος; Προσπαθώ να είμαι ρεαλιστής και δεν έχω κανέναν λόγο να μην είμαι ειλικρινής. Και δεν θα πρέπει να αρκεστούμε σε αυτά. Το πολιτικό πλαίσιο είναι τέτοιο, που δύσκολα μπορεί να κάνει τον Έλληνα πολίτη αισιόδοξο. Η διαδικασία της αποπαγκοσμιοποίησης που ανέφερα προηγουμένως είναι τέτοια, που επιβαρύνει τόσο την ύπαρξη όσο και την ποιότητα της δημοκρατίας (ο όρος που χρησιμοποιείται είναι democratic depression). Κι αυτό το βλέπουμε και στην Ελλάδα, όπου η μαζική αποχή από τις εκλογές, η σημαντική υποστήριξη αντισυστημικών κομμάτων, δύσκολα θα επέτρεπε σε κάποιον να υποστηρίξει ότι μπορούν να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες για τη χώρα μεταρρυθμίσεις. Προς την ίδια κατεύθυνση συγκλίνουν και οι δείκτες κοινωνικής δικαιοσύνης, που τοποθετούν την Ελλάδα χαμηλά στην ευρωπαϊκή ιεραρχία, αν και σε σχέση με το 2019 καταγράφεται μια βελτίωση.
Δύσκολα μπορεί να περιγράψει κανείς την ελληνική πραγματικότητα σε ένα μικρό κείμενο. Αλλά και δύσκολα μπορεί κανείς να δει με αισιοδοξία το μέλλον της χώρας. Πρώτα απ’ όλα, την εξαιρετικά μεγάλη ανάγκη για παρεμβάσεις που θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής. Δεν έχουν γίνει πολλά πράγματα μέχρι τώρα και δεν φαίνεται να υπάρχει ένα συγκροτημένο σχέδιο για την αντιμετώπισή της. Κι όμως, το ετήσιο κόστος από την κλιματική αλλαγή δείχνει να είναι εξαιρετικά υψηλό και τείνει να αυξηθεί.
Κατά δεύτερο λόγο, υπάρχει μεγάλη ανάγκη για οικονομική στήριξη των χαμηλών εισοδηματικών ομάδων που πλήρωσαν βαριά το τίμημα της μνημονιακής περιόδου. Η επιδοματική πολιτική δεν λύνει πολλά προβλήματα, ίσως και να επιτείνει μερικά όπως το στεγαστικό. Έχει γίνει σαφές, πλέον, ότι οι λύσεις που απαιτούνται πρέπει να είναι πραγματικές και όχι εικονικές, ριζοσπαστικές και όχι επιδερμικές - όσο και αν ο όρος «ριζοσπαστικός» στο σημερινό περιβάλλον ακούγεται εξωπραγματικός. Και όλα αυτά σε ένα γεωπολιτικό κλίμα που εξωθεί την Ελλάδα σε μεγάλες δαπάνες για εξοπλισμούς.
Επομένως, τα προβλήματα της εποχής μας είναι μεγάλα και κρίσιμα και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας που δυσκολεύεται να δώσει απαντήσεις σε φλέγοντα κοινωνικά προβλήματα και που υποσκάπτεται από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της. Πολύ δε περισσότερο που οι ελίτ της χώρας σε κάθε τομέα αποδεικνύονται κατώτερες των περιστάσεων και αδυνατούν να πολεμήσουν για τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας. Εκείνο που δείχνει να τις ενδιαφέρει είναι το μικροσυμφέρον τους, ανεξαρτήτως του κόστους που μπορεί να έχει για την Ελλάδα.
Κώστας Κωστής
Ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ