Opinion:

Μπορεί να αντέξει μια Δημοκρατία 15 χρόνια τοξικότητας;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
σωτηρόπουλος_ok.jpg

Ο Γιούργκεν Χάμπερμας, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, είχε αναδείξει μέσα από το πολιτικο-φιλοσοφικό του έργο την καθοριστική σημασία της δημόσιας σφαίρας στις μεταπολεμικές Δημοκρατίες του δυτικού κόσμου.

Με βάση τον ίδιο, η δημόσια σφαίρα δεν είναι απλώς ένας χώρος κοινής συνύπαρξης, αλλά εκεί όπου διαμορφώνεται η κοινή γνώμη και ασκείται ο έλεγχος της εξουσίας. Ο Χάμπερμας έδειξε, εν τέλει, ότι αυτή συνιστά έναν κρίσιμο διαμεσολαβητικό χώρο ανάμεσα στο κράτος και στην κοινωνία των πολιτών.

Η επινόηση της δημόσιας σφαίρας δεν είναι, φυσικά, καινούργια υπόθεση. Η κοινωνία των πολιτών αναδύεται ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή υπό την έννοια της auctoritas, την οποία ασκούν οι μορφωμένοι και καταρτισμένοι εκείνοι πολίτες που αναλαμβάνουν να διαπαιδαγωγήσουν και να καθοδηγήσουν τον populus romanus, προκειμένου να υπηρετηθεί καλύτερα η res publica, δηλαδή το δημόσιο συμφέρον. Δεν πρόκειται για πολιτικά πρόσωπα ούτε για κρατικούς λειτουργούς, αλλά για εκείνους που θα ονομάζαμε σήμερα «διανόηση» ή και «τεχνοκρατία», που πάντως έχουν το προνόμιο να γνωρίζουν ή τέλος πάντων να κατανοούν ορισμένα ζητήματα πολύ καλύτερα από τον μέσο πολίτη, οπότε η συνδρομή τους στη διαφώτιση της κοινής γνώμης είναι πολύτιμη. Στις σύγχρονες μαζικές Δημοκρατίες μας, τον ρόλο αυτόν τον έχουν αναλάβει σε μεγάλο βαθμό τα ΜΜΕ και οψίμως τα ψηφιακά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αν και αυτά τα τελευταία με πολύ διαφορετικό και ενίοτε αντιφατικό τρόπο.

Ποιες είναι, όμως, οι προϋποθέσεις για να υπηρετήσουν αυτή τη θεμελιώδη αποστολή τους τα ΜΜΕ; Ο Χάμπερμας ορίζει τρεις βασικές προϋποθέσεις: να λειτουργεί ο διάλογος στη βάση ορθολογικών επιχειρημάτων, τα ΜΜΕ αυτά να είναι ανεξάρτητα και ακηδεμόνευτα, και η πληροφορία να είναι προσβάσιμη ελεύθερα από όλους τους πολίτες. Όταν ισχύουν τα παραπάνω, τότε δεν είναι μόνο η ενημέρωση των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις καλύτερη, αλλά κυρίως οι Δημοκρατίες μας καταφέρνουν, έτσι, να ενισχύσουν τη νομιμοποίησή τους. Ενδυναμώνεται, με άλλα λόγια, και το αίσθημα της κοινωνικής εμπιστοσύνης, με την αναγνώριση του ότι, παρά τις όποιες διαφωνίες μας, μπορούν να ακούγονται όλες οι φωνές και να δια-βουλεύονται όχι μόνο όσοι παίρνουν τις αποφάσεις στην εξουσία, αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες μεταξύ τους. Οι τελευταίοι μπορούν μέσω του διαλέγεσθαι να κρίνουν και να ελέγξουν αυτές τις αποφάσεις, χωρίς να χρειάζεται να περιμένουν να το κάνουν μόνο κάθε τέσσερα χρόνια στην κάλπη. Έτσι, η έννοια της άμεσης δημοκρατίας, που εκ των πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί σε μαζικές κοινωνίες όπως στην αρχαία Αθήνα των λίγων χιλιάδων πολιτών, μπορεί να πραγματωθεί μέσω αυτής της δημόσιας σφαίρας της ανταλλαγής των επιχειρημάτων και του διαλόγου. Κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που καθιστά την υγιή λειτουργία της τόσο ζωτικής σημασίας για τη σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Αν ανατρέξει κανείς πίσω στην τελευταία 15ετία και προσπαθήσει να εξετάσει τι ακριβώς ίσχυσε από τα προηγούμενα στην Ελλάδα των κρίσεων, μάλλον θα πέσει σε κατάθλιψη. Ένα από τα πρώτα πράγματα που δηλητηριάστηκαν και υπονομεύθηκαν στη χώρα την περίοδο της μνημονιακής αναταραχής, αλλά και μετά από αυτήν, ήταν ακριβώς η δημόσια σφαίρα. Η επικράτηση της τοξικότητας, της πόλωσης, της εχθροπάθειας, του τυφλού θυμού και της μνησικακίας άφησε ελάχιστο χώρο στις ψύχραιμες φωνές των ορθολογικών επιχειρημάτων. Ήταν, και εν μέρει παραμένει, μια περίοδος που οι έννοιες της κριτικής και της διαβούλευσης, όπως περιγράφηκαν νωρίτερα, έχουν υποστεί σοβαρό πλήγμα. Το αποτέλεσμα είναι αμέσως ορατό: μικρότερη επένδυση των πολιτών στη δημοκρατία, με αντίστοιχη άνοδο των λαϊκιστικών τεράτων και των «πλασιέ» των λογής-λογής αυταρχικών και αντιδραστικών λύσεων. Διότι, εκεί που αντί για επεξεργασμένες προτάσεις προάγονται οι μαγικές λύσεις και τα εξόφθαλμα ψέματα, οι πολιτικοί απατεώνες έχουν προβάδισμα.

Οι λόγοι για αυτή την τοξική δηλητηρίαση της δημόσιας σφαίρας είναι αρκετοί και σύνθετοι, και -για να είμαστε δίκαιοι- το φαινόμενο δεν συναντάται μόνο στην Ελλάδα. Είναι παγκόσμιο, απλώς σε διαφορετικές εκδοχές και δοσολογίες. Οι πλατείες των Αγανακτισμένων που στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας απειλούσαν με κρεμάλες και ετοίμαζαν εισβολή στο Κοινοβούλιο ήταν το πρώτο μεγάλο χτύπημα σε μια δημοκρατική δημόσια σφαίρα. Όταν βλέπεις στρατιές τυφλωμένων να επικαλούνται λαϊκά δικαστήρια και να στήνουν δημόσιες διαπομπεύσεις των «εχθρών» τους στο όνομα δήθεν της δημοκρατίας (τι ειρωνικό...), τότε οι βάσεις της δημοκρατίας έχουν ήδη αρχίσει να τρίζουν.

Ο χώρος των σόσιαλ μίντια έπαιξε, επίσης, αρνητικό ρόλο σε όλα αυτά. Καθώς, μάλιστα, την προηγούμενη δεκαετία οι πλατφόρμες αυτές έκαναν τα πρώτα τους βήματα, δεν άργησαν να μετατραπούν σε αρένες ψεκασμένων, συνωμοσιολόγων αλλά και πληρωμένων τρολ σε διατεταγμένη υπηρεσία ακόμη και ξένων κέντρων. Το χειρότερο ήταν ότι, σύμφωνα με πολλές έρευνες, αυτά τα σόσιαλ μίντια της παλαβωμάρας αποτελούν για μεγάλο μέρος των πολιτών τον βασικό τρόπο ενημέρωσης και κατανόησης της πραγματικότητας. Μία από τις σοβαρές επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης είναι και η γενικευμένη αμφιθυμία απέναντι στους «ειδικούς», δηλαδή εκείνους που διαθέτουν την auctoritas προκειμένου να μας συμβουλεύσουν γύρω από τεχνικά και σύνθετα ζητήματα που ανακύπτουν και για τα οποία στερούμαστε οι περισσότεροι την ειδική γνώση να τα αντιμετωπίσουμε. Τούτο, μάλιστα, συνέβη τη χειρότερη δυνατή στιγμή, όταν δηλαδή πολλαπλασιάστηκαν οι κρίσεις (οικονομικές, περιβαλλοντικές, υγειονομικές, ενεργειακές, γεωπολιτικές κ.λπ.), και ήταν συνεπώς πιο αναγκαίο από ποτέ να ακούσουμε την εμπεριστατωμένη άποψη των ειδικών. Η αμφισβήτηση της «συστημικής» γνώσης από αντισυστημικούς που θεωρούν την επιστήμη προϊόν «συμφερόντων» και «διεφθαρμένων ελίτ» είναι μια πολύ ανησυχητική εξέλιξη στην κατεύθυνση ενός αναδυόμενου «σκοτεινού διαφωτισμού», ο οποίος παρασύρει έναν όχι αμελητέο αριθμό συμπολιτών μας σε επικίνδυνες ατραπούς, για την ίδια τη ζωή τους μερικές φορές. Κυρίως, όμως, απογυμνώνει τον δημόσιο λόγο από το κύρος του ειδικού, υποσκάπτοντας έτσι την εμπιστοσύνη σε ένα είδος «αυθεντίας» που εξακολουθεί να είναι απαραίτητη έναντι των τόσο περίπλοκων σύγχρονων απειλών.

Και τα παραδοσιακά ΜΜΕ, έντυπα ή ηλεκτρονικά; Τα έντυπα έτσι κι αλλιώς βρίσκονται σε συνεχή υποχώρηση εδώ και μια 20ετία, λόγω της αποδυνάμωσης της παραδοσιακής εγγράμματης κουλτούρας. Όμως, εξακολουθούν να έχουν μια καίρια κοινωνική αποστολή ως προς την υπεράσπιση της έγκυρης ενημέρωσης και της διαφύλαξης ενός χώρου στη δημόσια σφαίρα όπου θα επικρατεί το πνεύμα του διαλέγεσθαι αντί για την κουλτούρα του εχθρεύεσθαι. Φυσικά, παραμένουν επιχειρήσεις της αγοράς, που σημαίνει ότι θα συνεχίσουν να υφίστανται μεγάλες πιέσεις ως προς τη βιωσιμότητά τους, κάτι που βλέπουμε ήδη να συμβαίνει σε μεγάλα παραδοσιακά ΜΜΕ των ΗΠΑ και αλλού, όπου έχουμε μεγάλες περικοπές προσωπικού και ενίοτε φρονηματικό έλεγχο στις στήλες των απόψεων από την πλευρά των ιδιοκτητών τους. Άρα, είναι ένα στοίχημα που δεν ξέρουμε αν, τελικά, θα κερδηθεί.

Τα ηλεκτρονικά, από την άλλη, διαθέτουν ένα σοβαρό πλεονέκτημα, ακριβώς επειδή δεν εξαρτώνται από τις πωλήσεις στο περίπτερο, έχουν ωστόσο και αυτά να αντιμετωπίσουν προκλήσεις ως προς τη θελκτικότητα του περιεχομένου τους, αφού εκεί είναι τα «κλικς» που μετράνε. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν καταφέρουν να βρουν τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στην ποιότητα, στην ελκυστικότητα των θεμάτων που προβάλλουν και στο άγχος της όσο συχνότερης ανανέωσης του περιεχομένου, μπορούν να προσφέρουν και αυτά σοβαρές υπηρεσίες στον δημόσιο διάλογο, ανεβάζοντας το επίπεδο. Άλλωστε, η ελεύθερη πρόσβαση όλων στο δωρεάν υλικό τους είναι εξ ορισμού μια ωφέλεια για τη Δημοκρατία μας, όπως το είχε ορίσει και ο Χάμπερμας, αρκεί το υλικό αυτό να είναι σοβαρό.

Καθώς το iefimerida κλείνει φέτος τα 15 του χρόνια και κάνει τον πρώτο του μεγάλο απολογισμό, μπορούμε αναμφίβολα να συμφωνήσουμε ότι πέτυχε απόλυτα αυτή τη δύσκολη ισορροπία, κάτι που αποτυπώνεται στην τεράστια επισκεψιμότητά του (επί χρόνια πρώτο στα ενημερωτικά σάιτ) και κυρίως στην ανθεκτικότητά του όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ήταν αυτονόητη η επιτυχία του εγχειρήματος, διότι ξεκίνησε μέσα στην πιο δύσκολη συγκυρία που θα μπορούσε να υπάρξει.

Το iefimerida δεν φοβήθηκε, όμως, ποτέ να έχει ξεκάθαρη θέση και άποψη, που, πέρα από κόμματα και παρατάξεις, ήταν εκείνη υπέρ της ψύχραιμης τοποθέτησης και της μετριοπάθειας, ακόμη και τις στιγμές εκείνες που ο επιθετικός εθνολαϊκισμός σάρωνε τα πάντα, συμπεριφερόμενος συχνά με μνησικακία και εκδικητικότητα απέναντι σε όσους τολμούσαν να του ασκήσουν κριτική. Δημοσιογραφία, ωστόσο, δεν είναι να αναζητήσεις έναν βολικό συμβιβασμό ανάμεσα σε εκείνον που υποστηρίζει ότι έξω βρέχει και σε εκείνον που ισχυρίζεται ότι έχει λιακάδα, αλλά να ανοίξεις το παράθυρο και να κοιτάξεις ο ίδιος τι ακριβώς συμβαίνει. Και σε αυτή την περίπτωση είναι βέβαιο ότι ένας από τους δύο τους θα μείνει, αναγκαστικά, δυσαρεστημένος από το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ.

Ευχόμαστε, λοιπόν, στους ανθρώπους του iefimerida να συνεχίσουν να κάνουν τη δουλειά τους σε υψηλό επίπεδο και τα επόμενα χρόνια, διότι, όπως έλεγε ο Τόμας Τζέφερσον, από τους ιδρυτές-πατέρες των ΗΠΑ, «εάν έπρεπε να αποφασίσω αν θα έπρεπε να έχουμε κυβέρνηση χωρίς εφημερίδες ή εφημερίδες χωρίς κυβέρνηση, δεν θα δίσταζα να προτιμήσω το δεύτερο».

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος / Dimitris P. Sotiropoulos 
-Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 
-Πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους
-Πρόεδρος του Παρατηρητηρίου για τη Διδασκαλία της Ιστορίας στην Ευρώπη, του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΟΗΤΕ)